ακανθίων

(acanthion). Οικογένεια θηλαστικών της τάξης των τρωκτικών. Περιλαμβάνει δύο γένη: τους κεντίδες και τους υστριχίδες. Τα ζώα αυτά ζουν σε όλες τις θερμές χώρες. Το σώμα τους είναι κοντό και σκεπασμένο με μακριές τρίχες χρώματος καστανού ή λευκού. Στη ράχη έχουν αγκάθια που τα χρησιμοποιούν για την άμυνά τους. Οι κεντίδες ζουν στην Αμερική και είναι ζώα αποκλειστικά δενδρόβια. Έχουν μακριά ουρά που τη χρησιμοποιούν για τη σύλληψη της λείας τους και τα αγκάθια τους δεν είναι τόσο ισχυρά. Στο γένος περιλαμβάνονται τρία είδη: ο κένδων, ο ερεθίζων και ο χαιτόμυς. Οι υστριχίδες διαφέρουν από τους κεντίδες. Τα ραχιαία αγκάθια είναι μακρύτερα και διακρίνονται τελείως από τις τρίχες της ράχης. Η φωλιά τους είναι μια βαθιά τρύπα στο έδαφος και είναι ζώα φυτοφάγα. Ζουν 8 έως 12 χρόνια. Το μήκος τους φτάνει στα 0,75 μ. και το βάρος τους τα 27 κιλά. Γεννούν 2 έως 3 νεογνά μετά από κυοφορία περίπου 60 ημερών. Τα νεογνά γεννιούνται χωρίς αγκάθια, τα οποία όμως εμφανίζονται μετά από τρεις ημέρες και έχουν τις καταβολές τους στον υποδόριο ιστό. Σκληραίνουν μετά από μία εβδομάδα και έως την ενηλικίωση των ατόμων αυξάνονται μόνο σε μήκος. Ελάχιστα ζώα μπορούν να αγωνιστούν με τους υστριχίδες και να τους καταβάλουν, γιατί τα αγκάθια τους έχουν τη δύναμη να θανατώσουν άνθρωπο ή ακόμα και λιοντάρι ή τίγρη σε περίπτωση επίθεσης εναντίον τους. Το γένος περιλαμβάνει πολλά είδη όπως οα. ο λευκόστικτος που ζει στην Ασία, ο α. μακρόουρος που ζει στην Ινδία, στα Ιμαλάια και στη χερσόνησο της Ινδοκίνας και ο α. ο βεγγάλειος.
* * *
ο [άκανθα]
ο σκαντζόχοιρος.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἀκανθίων — ἀκάνθιον cotton thistle neut gen pl ἀκανθίων hedgehog masc nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκανθίους — ἀκανθίων hedgehog masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άκανθα — Το αγκάθι, βελονοειδές έκφυμα των φυτών. Με το ίδιο όνομα υπάρχει και θάμνος που αριθμεί τρεις ποικιλίες, ά. η βασιλική, ά. η ινδική και ά. η αραβική καθώς και ένα δέντρο ιθαγενές της Αιγύπτου, γνωστό με την επιστημονική ονομασία ά. η αιγύπτια. Ά …   Dictionary of Greek

  • παλαιοαρκτική περιοχή — Μία από τις ζώνες της ζωογεωγραφικής ολοαρκτικής περιοχής. Βρίσκεται στα Ν της αρκτικής ζώνης και περιλαμβάνει τα ασιατικά δάση ταϊγκά, κωνοφόρα ανάμεικτα και πλατύφυλλα δάση της Ευρώπης, καθώς και τα δάση ταϊγκά της Βόρειας Αμερικής, ένα μεγάλο… …   Dictionary of Greek

  • Χαλκιδικής, νομός — Νομός που καλύπτει το έδαφος της ομώνυμης χερσονήσου της κεντρικής Μακεδονίας. Στον νομό δεν υπάγεται η περιοχή του Άθω (Άγιον Όρος), ο οποίος συνορεύει στα Β με τον νομό Θεσσαλονίκης, ενώ από τις 3 άλλες πλευρές του βρέχεται από το Αιγαίο. Ο… …   Dictionary of Greek

  • ἀκάνθιον — cotton thistle neut nom/voc/acc sg ἀκανθίων hedgehog masc voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.